Facebook: Ξεναγήσεις στην Αμφίπολη

TWITTER/amphipolisguide

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Οι Μαγεμένες, τα Ελγίνεια της Θεσσαλονίκης



Κάπου εκεί στα σημερινά ερείπια της αρχαίας αγοράς τής Θεσσαλονίκης, ο λαϊκός μύθος θέλει τη γέννηση ενός παράνομου έρωτα μεταξύ του Μ.Αλεξάνδρου και της γυναίκας του βασιλιά της Θράκης που φιλοξενούνταν στο παλάτι που υπήρχε εκεί.
Ο Θράκας βασιλιάς αντιλαμβάνεται το γεγονός και βάζει να κάνουν μάγια στον Αλέξανδρο.Ο Αλέξανδρος το πληροφορείται, και εκείνο το βράδυ δεν βγαίνει από το δωμάτιο του. Έτσι η βασίλισσα αποφασίζει η ίδια να τον επισκεφθεί. Τα μάγια όμως τη χτυπούν και αυτή και τη συνοδεία της, με αποτέλεσμα να «μαρμαρώσουν».
Οι «Μαγεμένες» μάς παραπέμπουν στη λατρεία του Διόνυσου και ήταν τοποθετημένες κατά τον 2ο αιώνα στο ύψος περίπου της Αρχαίας Αγοράς και δίπλα από τα Λουτρά Παράδεισος.




Πρόκειται για ανάγλυφες, μυθολογικές μορφές, 8 στο σύνολό τους, που διακοσμούσαν μια κορινθιακή κιονοστοιχία και αναπαριστούσαν τον νεαρό θεό Διόνυσο δίπλα σε έναν πάνθηρα, την Αύρα με το πέπλο της, την Αριάδνη στεφανωμένη με τα φύλλα μιας κληματαριάς, τη Λήδα μαζί με τον κύκνο, μια Μαινάδα που παίζει διπλό φλάουτο, το Γανυμήδη μαζί με τον Δία μεταμορφωμένο σε αετό και έναν Διόσκουρο με μια αναπαράσταση αλόγου στα πόδια του.
Οι αιώνες θα περάσουν και στην περιοχή θα αναπτυχθεί η εβραϊκή συνοικία Rogos. Ένα τμήμα τότε από τη «Στοά των Ειδώλων» με τις «Μαγεμένες» θα βρεθεί ενσωματωμένο στο σπίτι ενός πλούσιου Εβραίου υφασματέμπορα, του Λιάτσι Αρδίτη. Την εποχή εκείνη αποκαλούνται «Las Incantadas».Το σημαντικότερο και πιο όμορφο μνημείο της αρχαιότητας στη Θεσσαλονίκη!
Παρόλο που αποτελούσε σημείο αναφοράς για την πόλη και θαυμασμού για πολλούς ξένους επισκέπτες, οι «ιδιοκτήτες» του μνημείου δεν φαίνεται να «έδειχναν τον ανάλογο σεβασμό προς αυτό».


Όπως αναφέρει χαρακτηριστικάο Emmanuel Miller (ο άνθρωπος που θα τα αρπάξει και θα τα μεταφέρει στην Γαλλία):«Ο ιδιοκτήτης κυρίως, που βρίσκεται μέσα στην αυλή του το μνημείο, διασκεδάζει με τη σειρά του να σπάει από καιρού εις καιρόν κομματάκια και να τα πουλάει στους τουρίστες».
Αν και πάνω από 100 χρόνια γινόταν προσπάθεια για την αρπαγή των αγαλμάτων από τους εκάστοτε πρόξενους, τελικά ο Miller το 1864, με μια γενναία δωροδοκία του Σουλτάνου, θα καταφέρει να πάρει την άδεια για να μεταφέρει.
Ο ίδιος σε επιστολές προς τη σύζυγό του θα αναφέρει:«O σουλτάνος, μέσω του μεγάλου βεζύρη Φουάντ Πασά, μου έδωσε την άδεια να αφαιρέσω και να μεταφέρω στη Γαλλία τα οκτώ αγάλματα της Θεσσαλονίκης που τόσο επιθυμούσα» (Le Mont Athos, σ. 322).


Ενώ σε μια άλλη θα γράψει:«Θα έχω λοιπόν τα αγάλματά μου, λέω θα έχω, γιατί υπάρχουν ακόμη μεγάλες δυσκολίες. Ο εβραϊκός και ελληνικός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης θα εκμανεί όταν μάθει ότι θα πάρουν αυτά τα αγάλματα… Θα χρειαστεί ο πασάς να στείλει ένοπλη δύναμη και όσο διακριτικοί κι αν είμαστε το νέο θα κυκλοφορήσει πολύ γρήγορα. Τώρα που η τουρκική κυβέρνηση έδωσε τον λόγο της, δεν θα επανέλθει και πρέπει οπωσδήποτε να δράσουμε» (ο.π. σ. 322, Πληροφορίες από άρθρο της κ.Ελένη Στούμπου-Κατσαμούρη).
Και κάπως έτσι έγινε…
Αν και υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες και αντιδράσεις από Έλληνες και Εβραίους κατοίκους, ωστόσο με τη βοήθεια των Οθωμανών και μετά από πολλές περιπέτειες κατάφερε σπάζοντας και τεμαχίζοντας το μνημείο (που στις επιστολές του αποκαλούσε «πέτρες») να το φορτώσει στο πλοίο του με προορισμό τη Γαλλία.
Πρόκειται για μια πραγματική λεηλασία,όμοια με αυτή του Παρθενώνα.
Οι «Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης» σήμερα εκτίθενται στο Μουσείο του Λούβρου.Τα τελευταία κομμάτια από αυτό το μνημείο, ένα πραγματικό έργο τέχνης και που είχε στην κατοχή της η εβραϊκή οικογένεια, θα πουληθούν λίγο πριν το 1917 σε Άγγλους.
Ό,τι και αν έχει απομείνει από αυτό, θα έρθει να καταστρέψει και να το διαγράψει από τον χώρο και τη μνήμη της πόλης η μεγάλη πυρκαγιά του 1917.Στη Θεσσαλονίκη θα παραμείνουν μόνο οι θρύλοι…
Αναλυτική και αποκαλυπτική των συνθηκών της εποχής που αφαιρέθηκαν οι Μαγεµένες είναι η περιγραφή από τον ελληνιστή Μαρκ Μαζάουερ στη µελέτη του «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασµάτων. Χριστιανοί, µουσουλµάνοι και Εβραίοι 1430-1950»:
«Ο Έλγιν της Θεσσαλονίκης ήταν ένας Γάλλος σοφός πενήντα ενός χρονών ονόµατι Εµανουέλ Μιλέρ, ειδήµων παλαιογράφος µε πάθος για τα χειρόγραφα. Αργότερα θα γινόταν καθηγητής νέων ελληνικών στο Παρίσι.
Γράφει στη γυναίκα του στις 10 Οκτωβρίου του 1864: “Βιάζοµαι να σου στείλω την καλή, µεγάλη είδηση… Ο Σουλτάνος, µέσω του Μεγάλου βεζύρη, του Φουάντ Πασά, µού έδωσε την άδεια να αποκολλήσω και να µεταφέρω στη Γαλλία οκτώ αγάλµατα της Σαλονίκης που ήθελα τόσο πολύ… Ο πληθυσµός έχει ήδη αρχίσει να εξάπτεται και να δυσανασχετεί. Είναι έξαλλοι που θα πάρω τα αγάλµατα…”»
Πηγή:visaltis.net

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Διανυκτέρευση για παιδιά στα μουσεία της Θεσσαλονίκης



Την δράση «Sleepover - Διανυκτέρευση στα μουσεία για παιδιά» διοργανώνει, για όγδοη συνεχή χρονιά, από τις 15 Μαρτίου έως και τις 13 Απριλίου 2019, η Διεύθυνση Πολιτισμού-Τουρισμού του δήμου Θεσσαλονίκης.
“ Πρόκειται για μία από τις πλέον σύγχρονες διεθνείς μουσειολογικές πρακτικές, μέσω της οποίας παιδιά από τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα, έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν τα μουσεία της πόλης" αναφέρεται στην ανακοίνωση του κεντρικού δήμου.
Η δράση ξεκινά στις 7 το απόγευμα και ολοκληρώνεται το πρωί της επόμενης ημέρας. Απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας 7 έως 12 ετών και προσφέρεται δωρεάν. Κάθε παιδί επιτρέπεται να συμμετάσχει μόνο σε ένα μουσείο.
Τα παιδιά θα πρέπει να έχουν μαζί τους: υπνόσακο, μαξιλάρι, παντόφλες, ζεστά και άνετα ρούχα, οδοντόβουρτσα - οδοντόκρεμα. Οι γονείς θα πρέπει να έχουν μαζί τους αστυνομική ταυτότητα, καθώς θα υπογράψουν υπεύθυνη δήλωση για τη συμμετοχή των παιδιών τους.
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να συμπληρώσουν την αίτηση συμμετοχής στον σύνδεσμο :https://opengov.thessaloniki.gr/opengov/museum/2019/
Ο κεντρικός δήμος προσφέρει στα παιδιά ελαφρύ βραδινό και πρωινό σνακ, με τη υποστήριξη χορηγών.
Περισσότερες πληροφορίες για το πρόγραμμα του Sleepover 2019 στον ακόλουθο σύνδεσμο :https://thessaloniki.gr/events/sleepover-2019/
Τη δράση υποστηρίζουν οι Εθελοντές Σαμαρείτες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, με την παροχή πρώτων βοηθειών σε περίπτωση ανάγκης. 
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. ΣΗΚΩΣΑΝ ΡΩΜΑΙΚΟ ΛΟΥΤΡΟ 50 ΤΟΝΩΝ ΤΟΥ 400 μ.Χ



Ένας νέος ασφαλής τρόπος διάσωσης αρχαιολογικών συνόλων εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στη χώρα στο σταθμό Αγίας Σοφίας. 
Ένα ρωμαϊκό λουτρό, υπόκαυστο  συνολικού βάρους περίπου 50 τόνων το οποίο χρονολογείται τον 4ο αιώνα μ.Χ και βρέθηκε κατά τη διάρκεια ανασκαφικών εργασιών στον σταθμό του μετρό στην Αγία Σοφία αποσπάστηκε αυτούσιο την Πέμπτη 13/12 από τα έγκατα της Θεσσαλονίκης-μετά από δύο μήνες προετοιμασιών ακολουθώντας μία πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα διαδικασία. 

Το υπόκαυστο λουτρό πλάτους 5,60 τ.μ. και φάρδους 4,40μ. ήταν ουσιαστικά ένας υπόγειος χώρος ο οποίος αποτελούσε σύστημα υποδαπέδιας θέρμανσης κατά την οποία ο ζεστός αέρας κυκλοφορούσε στον υπόγειο αυτό χώρο με σκοπό την θέρμανση του υπερκείμενου δαπέδου (μια ενδοδαπέδια θέρμανση δηλαδή εκείνης της εποχής).

Στηριζόμενο σε έναν ειδικά διαμορφωμένο νάρθηκα από μεταλλικές δοκούς και οπλισμένο σκυρόδεμα, παίρνοντας κλίση 30ο μοιρών και κυλώντας για περισσότερο από δέκα ώρες πάνω σε κεκλιμένες μεταλλικές ράγες κατάφερε να βγει την Πέμπτη (13/12) στην επιφάνεια της γης.  Είναι πρώτη φορά που γίνεται κατασκευή ανύψωσης μνημείου σε κεκλιμένο επίπεδο  έχοντας και η ίδια η κατασκευή ανηφορική θέση 30ο  μοιρών. Την διαδικασία απόσπασης ανέλαβε μία τεχνική εταιρία με έδρα το Βόλο, η SLM, η οποία εκτελεί τα μεγαλύτερα έργα απόσπασης και μεταφοράς κρίσιμων-ευαίσθητων αρχαιολογικών συνόλων στη χώρα. Με χειρουργικές επεμβάσεις και σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Δημήτρη Κορρέ έχει αποσπάσει και μεταφέρει 15 συνολικά σπάνια αρχαιολογικά ευρήματα από το 2012. 

Το ρωμαϊκό λουτρό ξεκίνησε το ταξίδι του για την επιφάνεια της γης το μεσημέρι της Τετάρτης(12/12) και μετά από δέκα ώρες  ολίσθησης έφθασε στην επιφάνεια της γης. Με τη βοήθεια δύο γερανών το ρωμαϊκό λουτρό υψώθηκε στον… αέρα και τοποθετήθηκε σε πλατφόρμα νταλίκας για να μεταφερθεί.  Το σημαντικό εύρημα το οποίο βρέθηκε σε πολύ κατάσταση μεταφέρεται στην αποθήκη του Καλοχωρίου όπου φυλάσσονται οι σημαντικότερες αρχαιότητες του μετρό. Αντίστοιχα δάπεδα έχουν ξαναβρεθεί, θεωρήθηκε όμως αξιόλογο επειδή είναι υπόκαυστο.  

Οι δυσκολίες
Στόχος των αρχαιολόγων όσο και των μηχανικών  ήταν να βγει ολόσωμη η κατασκευή ξεπερνώντας τις υπερκείμενες μεταλλικές αντηρίδες (μεγάλες καφέ σωλήνες) που στηρίζουν τον ομώνυμο σταθμό και δεν μπορούσαν να αφαιρεθούν γιατί θα δημιουργούνταν ζητήματα στατικότητας.

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι επιστήμονες ήταν ότι δεν μπορούσαν να σκάψουν πιο κάτω ούτε και να ανεβάσουν το εύρημα απευθείας (οριζόντια) με γερανό λόγω του μεγάλου όγκου του ευρήματος αλλά και των μεταλλικών αντηρίδων που σκεπάζουν το σκάμμα.

Πέρα από τις δυσκολίες του σταθμού η αρχική θέση όπου βρέθηκε το ρωμαϊκό λουτρό χαρακτηρίστηκε δύσκολη από τους επιστήμονες-μη βοηθώντας στην εύκολη απόσπασή του. Έτσι για να μεταφερθεί σε θέση ολίσθησης έπρεπε να ανυψωθεί και να μετακινηθεί ανατολικά του ενός μέτρου,  να προχωρήσει τέσσερα μέτρια νότια  και να υποβιβαστεί 1,30μ. κάτω  και μετά να ξεκινήσει να ολισθαίνει ανηφορικά από το σκάμμα. 

Για την απόσπαση χρειάστηκε προετοιμασία πάνω από δύο μήνες από τα συνεργεία της SLM αλλά και αρχαιολόγους οι οποίοι επέβλεπαν τις εργασίες. Εργάστηκαν περίπου 15 άτομα  μηχανικοί και ειδικευμένοι τεχνίτες οι οποίοι απασχολήθηκαν στην κατασκευή του νάρθηκα. Ο νάρθηκας ήταν μία κατασκευή από συνδυασμό μεταλλικών δοκών και οπλισμένου σκυροδέματος το συνολικό ύψος του οποίου δεν ξεπερνούσε το 1,70μ. για να μπορέσει να περάσει κάτω από την αντηρίδα του σταθμού. Για την ανύψωση και για την ολίσθηση χρησιμοποιήθηκαν δύο ειδών υδραυλικοί μηχανισμοί.

Ανύψωση μεταφοράς μνημείου σε κεκλιμένο επίπεδο έχει γίνει μία ακόμη φορά-και πάλι από την τεχνική εταιρία Slim σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Δημήτρη Κορρέ αλλά η κατασκευή ήταν οριζόντια και όχι κεκλιμένη. Πρόκειται για μία εκκλησία γύρω στα 80 μέτρα η οποία ανέβηκε με αυτόν τον τρόπο στο Τουρνίκι στο φράγμα του Ηλαρίωνα στην Βέροια. 

Η τεχνική εταιρεία SLM αφού πάρει πρώτα άδεια από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, εκπονεί τις μελέτες απόσπασης και στη συνέχεια προχωρά στη δράση πάντοτε υπό την επίβλεψη των αρχαιολόγων.

Έχει αποσπάσει και μεταφέρει ψηφιδωτό βάρους 100 τόνων στην Αιανή Κοζάνης, έναν ολόκληρο (αυτούσιο) ρωμαϊκό δρόμο μήκους 30 μέτρων και πλάτους 5 μέτρων στο Ηράκλειο, αλλά και ένα ολόκληρο αρχαίο οικιστικό σύνολο 3.700 χρόνων στη λίμνη Κάρλα Μαγνησίας.  Τελευταία δραστηριοποιείται έντονα στο μετρό Θεσσαλονίκης κάνοντας κρίσιμες αποσπάσεις.-μεταφορές. Έχει αναλάβει τα περίφημα αρχαία της Βενιζέλου, μεταφέροντας την κεντρική οδό κάτω από την σημερινή Εγνατία αλλά και την μαρμάρινη πλατεία της Αγίας Σοφίας.
Κείμενο Τίμος Φακαλής
Πηγή: http://bit.ly/ethnos13_12_18

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Ανοιχτά μνημεία στη Θεσσαλονίκη με δωρεάν είσοδο σε όλους τους χώρους



Ένα νέο πρόγραμμα δράσεων για τη γνωριμία με τα μνημεία και τους αρχαιολογικούς χώρους της πόλης, με τίτλο «Ανοιχτά μνημεία», εγκαινιάζει η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Έτους Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Όπως ενημερώνει το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού με ανακοίνωσή του, «διαδρομές στον χώρο και τον χρόνο της Θεσσαλονίκης, μέσα από επισκέψεις σε εμβληματικά μνημεία και χώρους - τοπόσημα της σύγχρονης πόλης, με εμψυχωτές αρχαιολόγους και αρχιτέκτονες της Εφορείας θα πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο του προγράμματος που θα διαρκέσει όλη τη χρονιά».



Η πρώτη φάση, μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2018, περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) Παρασκευή στο Λουτρό: Συναντήσεις γνωριμίας με το Μπέη Χαμάμ (Λουτρά Παράδεισος) και την έκθεση «1917. Μνημεία στις φλόγες» στις 27 Απριλίου, 18 και 25 Μαΐου, 22 και 29 Ιουνίου 2018. Ώρες: 11.00-13.00.

β) Σάββατο στην Αγορά: Συναντήσεις γνωριμίας με τον αρχαιολογικό χώρο και το μουσείο της Αρχαίας Αγοράς στις 28 Απριλίου, 5 Μαΐου και 2 Ιουνίου 2018. Ώρες: 11.00-13.00.

γ) Κυριακή στο Ανάκτορο: Συναντήσεις γνωριμίας με το Γαλεριανό Ανακτορικό Συγκρότημα στις 29 Απριλίου, 13 Μαΐου και 17 Ιουνίου 2018. Ώρες: 11.00-13.00.

δ) Κυριακή στη Ροτόντα: Συναντήσεις γνωριμίας με τη Ροτόντα στις 20 Μαΐου και 24 Ιουνίου 2018. Ώρες: 11.00-13.00.

ε) Σάββατο στο Επταπύργιο: Συναντήσεις γνωριμίας με το Επταπύργιο στις 5, 26 Μαΐου και 9 Ιουνίου 2018. Ώρες: 11.00-13.00.

Η είσοδος στα μνημεία για τους συμμετέχοντες στη δράση θα είναι ελεύθερη. Ο αριθμός των συμμετεχόντων θα είναι περιορισμένος και θα απαιτείται προηγούμενη δήλωση κράτησης. Δηλώσεις συμμετοχής θα γίνονται με αποστολή μηνύματος στην ηλεκτρονική διεύθυνση του προγράμματος:  openmonuments.efapoth@gmail.com (θέμα: Ανοιχτά μνημεία - …),

καθώς και τηλεφωνικά:

α) Για το Μπέη Χαμάμ (Λουτρά Παράδεισος) στο 2310226931 (καθημερινά 10:00 -13:00).

β) Για τη Ρωμαϊκή Αγορά στο 2310221266 (καθημερινά, εκτός Δευτέρας: 10.00-13.00).

γ) Για το Γαλεριανό Συγκρότημα στο 2310269622 (καθημερινά, εκτός Δευτέρας: 10.00-13.00).

δ) Για τη Ροτόντα στο 2310204868 (καθημερινά, εκτός Δευτέρας: 10.00-13.00).

ε) Για το Επταπύργιο στο 2313310400 (καθημερινά 10:00 -13:00).

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης


Ιστορία Ίδρυσης

Το έτος 2014 αποτελεί ορόσημο, καθώς συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τότε που άνοιξε για πρώτη φορά τις πύλες του στο κοινό, με την πρώτη του περιοδική έκθεση, «Βυζαντινοί Θησαυροί της Θεσσαλονίκης. Το ταξίδι της επιστροφής», στις 11 Σεπτεμβρίου του 1994[*1]. Με αυτόν τον τρόπο εγκαινιάστηκε επίσημα από τον ίδιο τον πρωθυπουργό της χώρας το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Η έκθεση αυτή με τον εμπνευσμένο τίτλο σηματοδοτούσε ακριβώς την επιστροφή των βυζαντινών αρχαιοτήτων στις 14 Ιουνίου 1994, οι οποίες επαναπατρίστηκαν μετά από περίπου ογδόντα χρόνια παραμονής τους στην Αθήνα, στο Βυζαντινό και Χριστιανικό, όπου είχαν μεταφερθεί το 1916, και οριοθετεί το τέλος μιας μακρόχρονης προσπάθειας για την ίδρυση Βυζαντινού Μουσείου στη Μακεδονία και πιο συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη, η οποία συνδέεται με γεγονότα και πρόσωπα της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας του νεοελληνικού κράτους.

Το 1913 διατάσσεται από τον τότε Γενικό Διοικητή Μακεδονίας Στέφανο Δραγούμη να ιδρυθεί «Κεντρικόν Βυζαντινόν Μουσείον» στη Θεσσαλονίκη (αρ. 746/21.8.1913/Εφ. της Κυβερν. Παράρτημα εκδιδ. Εν Θεσσαλονίκη, 3 Σεπτ., αρ. φύλλου 25-Διάταγμα από 31 Αυγούστου) και ορίζεται ως χώρος ο ναός της Αχειροποιήτου. Σε σχετική επιστολή του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γενναδίου (αρ. 661/22.8.1913) αναφέρεται η καταλληλότητα του ναού αυτού, δυνάμενου να καταστεί «το επί αισίοις οιωνοίς ιδρυόμενον Κεντρικόν Βυζαντινόν Μουσείον της Ελλάδος». Την ίδια χρονιά (9-9-1913) ο καθηγητής βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Αδαμάντιος Αδαμαντίου, έφορος των χριστιανικών και μεσαιωνικών μνημείων από το 1908, υποβάλλει υπόμνημα (συνεγράφη στις 7-9-1913)  «περί ιδρύσεως και οργανώσεως Κεντρικού Βυζαντινού Μουσείου εν Μακεδονία», «ένα διάγραμμα ευρύ της εγκαθιδρύσεως και επιστημονικής οργανώσεως του Μουσείου», αναπτύσσοντας μεταξύ άλλων τους λόγους, για τους οποίους «επεφυλάχθη υπό της Θείας προνοίας η δευτέρα πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η επίσημος μεσαιωνική πόλις της Θεσσαλονίκης ως η πόλις του Κεντρικού Βυζαντινού Μουσείου», διότι «ποίος τόπος, και δια την γεωγραφικήν θέσην μεταξύ Δύσεως και Ανατολής και δια την ιστορικήν περιωπήν εν τη όλη εννοία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, είναι ευνοϊκώτερον προωρισμένος να καταστή η σπουδαιοτάτη κεντρική έδρα ερευνών της χριστιανικής και βυζαντινής τέχνης ή η περιφανεστάτη και μεγάλη βυζαντινή πόλις της Θεσσαλονίκης;». Η Θεσσαλονίκη αποτελεί «την πόλιν την συμβολίζουσαν το εθνικό ιδεώδες της επανιδρύσεως της μεγάλης Ελληνικής αυτοκρατορίας». Μαρτυρά την αναζωπύρωση της Μεγάλης Ιδέας και τον πατριωτικό ενθουσιασμό, μεταξύ άλλων, ωστόσο στη συνέχεια πολιτικές σκοπιμότητες επέβαλαν την ίδρυση Βυζαντινού και Χριστιανικού εν τέλει μουσείου στην Αθήνα, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Νόμου 401/17-11-1914 (ΦΕΚ 347/Α΄/25-11-1914), στο οποίο «κατατίθενται τα της βυζαντινής, μεσαιωνικής και χριστιανικής τέχνης έργα από των πρώτων χρόνων του χριστιανισμού μέχρι της καθιδρύσεως του Ελληνικού Βασιλείου, πλην των εν Μακεδονία». Στο άρθρο 9 του ανωτέρω Νόμου διευκρινίζεται ότι δια Β. Διατάγματος δύναται να ιδρυθεί και έτερον μουσείον εν Θεσσαλονίκη περιλαμβάνον τα εν Μακεδονία υπό την διεύθυνσιν του οικείου εφόρου των βυζαντινών και μεσαιωνικών μνημείων». Στις 31 Δεκεμβρίου του 1915, όταν στη Θεσσαλονίκη είχαν ήδη αποβιβαστεί τα συμμαχικά στρατεύματα της Αντάντ, η εφορευτική επιτροπή του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου αποφάσισε μετά και από σχετική εισήγηση του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, τη μετάβαση του Αδαμαντίου στη Θεσσαλονίκη «προς διάσωσιν των ένεκα των περιστάσεων υποκειμένων εις κίνδυνον κειμηλίων» (Πρακτικά Δ΄ συνεδρίας). Ο Αδαμαντίου συνέλεξε με τη βοήθεια του δικηγόρου Γ. Κομητόπουλου και μετέφερε στην Αθήνα, στις αρχές του 1916, περισσότερα από 1600 αντικείμενα, τα οποία εισήχθησαν στο ΒΧΜ και παρέμειναν στην έκθεση ή στις αποθήκες του έως το 1994.




Tο ενδιαφέρον για την ίδρυση Βυζαντινού Μουσείου στη Θεσσαλονίκη αναζωπυρώθηκε στη μεταπολιτευτική περίοδο, το 1975. Με σχετική πράξη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (18/25.5.1975) προκηρύχτηκε το 1977 πανελλήνιος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το κτίριο του υπό ίδρυση Μουσείου, στον οποίο βραβεύτηκε η πρόταση του αείμνηστου διακεκριμένου αρχιτέκτονα και ζωγράφου Κυριάκου Κρόκου, στον οποίο ανατέθηκε στη συνέχεια η σύνταξη των οριστικών μελετών. Η πρώτη φάση της μελέτης ολοκληρώθηκε το 1978-1979, ενώ η δεύτερη το διάστημα 1985-1987 σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Γ. Μακρή[*2], λόγω της εμπλοκής στο θέμα της παραχώρησης του οικοπέδου (τμήματος του πρώην στρατοπέδου «Τσιρογιάννη»), ιδιοκτησίας Ταμείου Εθνικής Αμύνης, για την ανέγερση του νέου μουσείου, η οποία επιλύθηκε το 1984, με προσωπική παρέμβαση του τότε Πρωθυπουργού και Υπουργού Εθνικής Αμύνης, Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1988, το έργο της ανέγερσης εντάχθηκε στα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα της Ε.Κ., και θεμελιώθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 1989 από την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη, Υπουργό Πολιτισμού εκείνη την περίοδο. Το κτίριο ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε τον Οκτώβριο του 1993. Με απόφαση της τότε Υπουργού Πολιτισμού κ. Θ. Μπακογιάννη, στις 13.4.1993, ύστερα από γνωμοδότηση του ΚΑΣ, εγκρίθηκε η πρόταση της αρμόδιας 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων για τη μουσειολογική μελέτη του νέου Μουσείου με την ονομασία του ως «Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού». Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού αποτέλεσε αρχικά περιφερειακή υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, όπως ορίστηκε με την § 15 του άρθρου 7 του Ν. 2557/23-12-1997 («Θεσμοί, μέτρα και δράσεις πολιτιστικής ανάπτυξης», ΦΕΚ 271/Α΄/24-12-1997). Με απόφαση Υπουργού θα θεσπιζόταν στη συνέχεια ο κανονισμός λειτουργίας του Μουσείου, θα ρυθμίζονταν τα σχετικά με την οργάνωση, λειτουργία και διοίκησή του, οι σχέσεις με τις Εφορείες Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Αυτό εν τέλει έγινε πράξη με την υπ' αρ. ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/50304/26-10-1999 απόφαση (ΦΕΚ 2018/Β΄/17-11-1999), σύμφωνα με την οποία το Μουσείο συγκροτείται ως Ειδική πλέον Περιφερειακή Υπηρεσία, επιπέδου Διεύθυνσης και στεγάζεται επί της Λεωφόρου Στρατού 2 και στο Λευκό Πύργο[*3]. Ως σκοποί του Μουσείου διατυπώνονταν τότε:

Άρθρο 4, Σκοποί: «Το Μουσείο είναι επιστημονικό καθίδρυμα, ανοικτό στο κοινό με ευρύτερο πολιτιστικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα, και έχει ως σκοπό τη συγκέντρωση, διαφύλαξη, προστασία, διατήρηση, έκθεση, ανάδειξη, προβολή και μελέτη έργων και αντικειμένων της παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής, μεσαιωνικής εν γένει και μεταβυζαντινής περιόδου, που προέρχονται κυρίως από το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας καθώς και από το ανασκαφικό υλικό της χωρικής εμβέλειας της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (ΕΒΑ) με την οποία συνεργάζεται άμεσα. Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού συνεργάζεται επίσης κατά περίπτωση και με τις άλλες ΕΒΑ, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον εμπλουτισμό και την πληρέστερη, αρτιότερη επιστημονικά και πλέον τεκμηριωμένη παρουσίαση των εκθέσεών του. To Mουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στο πλαίσιο της πραγματοποίησης των σκοπών του, απευθύνεται στο ευρύ κοινό, ενθαρρύνει με κατάλληλες δραστηριότητες την αύξηση της προσέλευσης των επισκεπτών στο Μουσείο, ευνοεί την ψυχαγωγική και παιδευτική επαφή του κοινού με τις συλλογές του και εγγυάται τον επιστημονικά τεκμηριωμένο και διεθνώς δόκιμο μουσειολογικά τρόπο παρουσίασής τους».

Στη συνέχεια η τότε διάρθρωση και οι αρμοδιότητες τροποποιούνται μετά τη δημοσίευση του ΠΔ 191 (Οργανισμός ΥΠΠΟ, ΦΕΚ 146/Α΄/13-6-2003), σύμφωνα με το άρθρο 56. Οι αρμοδιότητες περιγράφονται αναλυτικά ως εξής: «..θέματα σχετικά με την απόκτηση, αποδοχή, φύλαξη, συντήρηση, καταγραφή, τεκμηρίωση, έρευνα, μελέτη, δημοσίευση και κυρίως έκθεση και προβολή στο κοινό αντικειμένων της παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής, μεσαιωνικής εν γένει και μεταβυζαντινής περιόδου στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς και τη νεώτερης εποχής με θέματα σχετικά με τη βυζαντινή και τη χριστιανική τέχνη».

* 1. Η λέξη επιστροφή αναφέρεται και στη σχετική υπουργική απόφαση (ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β2/Φ21/44861/467/6-9-1993) έγκρισης «επιστροφής στη Θεσσαλονίκη και κατάθεσης στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού των εξής εικόνων και κειμηλίων, τα οποία είχαν μεταφερθεί στην Αθήνα και φυλάσσονταν στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο».

* 2. Με αφορμή το διαγωνισμό ξεκινά η συνεργασία του με τη σχεδιάστρια Τασία Παπανικολάου. Επίσης συνεργάστηκε με τους αρχιτέκτονες: Γ. Καλαβρυτινού, Λ. Μάντζιου και Ν. Ρόκα Βλ. Λ. Αρβανίτη – Κρόκου, Ηλίας Κωνσταντόπουλος, Αλέκος Λεβίδης (επιμ.), Κυριάκος Κρόκος, Αθήνα 2012, σ. 64, 356.

* 3. Προηγήθηκε η απόφαση υπ' αρ. ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ/Α/21457/7-5-1999, ΦΕΚ 884/Β/26-5-1999, η οποία όριζε ότι «...Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού ανήκει από της συγκροτήσεώς του στις Ειδικές Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΥΠΠΟ και προστίθεται σ' αυτές όπως απαριθμούνται στις διατάξεις τους άρθρου 39 του ΠΔ 94/1977 Περί Οργανισμού του Υπουργείου Πολιτισμού».

Κτίριο
Ως κτίριο το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα δημόσιας αρχιτεκτονικής που δημιουργήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα. Απέσπασε «εκτός διαγωνισμού», μετά το θάνατο του Κρόκου, ειδική διάκριση από διεθνή επιτροπή στο διαγωνισμό «Βραβεία 2000» του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής, ως «υποδειγματικό στο είδος του και άξιο παράδειγμα μεγάλου δημοσίου κτιρίου, στην κατηγορία Έργα του Δημοσίου», ενώ το 2001 κηρύχθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/3142/55420/19-10-2001, ΦΕΚ 1458/Β΄/22-10-2001) ιστορικό διατηρητέο μνημείο και έργο τέχνης.

Κύρια χαρακτηριστικά του Μουσείου είναι το μεγάλο αίθριο με την περιμετρική στοά μετά την εξωτερική είσοδο που ανοίγεται στην τοιχοποιία, η οποία υψώνεται προς βορρά για να το απομονώσει από την ένταση της Λεωφόρου Στρατού. Πρόθεση του αρχιτέκτονα ήταν «ο χώρος αυτός να λειτουργήσει αποκαλυπτικά, προκαλώντας τη μνήμη». Όπως εκμυστηρεύεται ο Κρόκος: «Ήθελα έναν χώρο που η κίνηση μέσα σ' αυτόν να δίνει ένα αίσθημα ελευθερίας, ανακινώντας τις αισθήσεις, και όπου το έκθεμα θα ήταν η έκπληξη μέσα στην κίνηση».[....] «Η μορφή του κτιρίου χωρίς προφανείς αναφορές σε μια άλλη εποχή, με κύρια υλικά το μπετόν και το τούβλο - είναι μια εικόνα που έχω απ’ τις πολυκατοικίες πριν σοβαντιστούν, όταν δείχνουν τη μικρή τους αλήθεια.» Πράγματι στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, μετά την ολοκλήρωση και των μόνιμων εκθέσεων το 2004, ο επισκέπτης έχει την «έντονη αίσθηση ότι ταξιδεύει στο παρελθόν», το Μουσείο «ξαφνιάζει, ακόμη και συγκινεί κάποιες φορές», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η Aleid Rensen, μέλος της κριτικής επιτροπής του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Μουσείων (E.M.F.).

Το Μουσείο είναι κτισμένο σε οικόπεδο 15.439 τ.μ. Το κτίριο καλύπτει επιφάνεια 5.371,27 τ.μ. Η συνολική επιφάνεια των χώρων του είναι 11.500 τ.μ. Από αυτά, 2.726,52 τ.μ. καταλαμβάνει η μόνιμη έκθεση (χωρίς τους διαδρόμους) και τα υπόλοιπα οι αποθήκες, τα εργαστήρια, τα γραφεία διοίκησης και άλλοι βοηθητικοί χώροι. Το Μουσείο διαθέτει ανεξάρτητη πτέρυγα περιοδικών εκθέσεων 4211,44 τ.μ., αίθουσα εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αμφιθέατρο 62 θέσεων και καφέ-εστιατόριο, ενώ στο κτίριο Διοίκησης διαθέτει αμφιθέατρο 167 θέσεων.






Ώρες Λειτουργίας
Χειμερινό ωράριο λειτουργίας (ΜΒΠ και Λευκός Πύργος):
1 Νοεμβρίου 2016 έως 31 Μαρτίου 2017
Κάθε μέρα 9.00 - 16.00
(Χειμερινό ωράριο λειτουργίας)

Θερινό ωράριο λειτουργίας (ΜΒΠ και Λευκός Πύργος):
7 Απριλίου 2017 έως 31 Οκτωβρίου 2017
Κάθε μέρα 8.00 - 20.00
(Θερινό ωράριο λειτουργίας)

* Το ισχύον Ωράριο των Αρχαιολογικών Χώρων, Μνημείων και Μουσείων ανακοινώνεται στην ιστοσελίδα:
http://www.yppo.gr/5/g5321.jsp?obj_id=61492

ΗΜΕΡΕΣ ΑΡΓΙΑΣ
Το Μουσείο παραμένει κλειστό στις: 25η και 26η Δεκεμβρίου, 1η Ιανουαρίου, 25η Μαρτίου, ημέρα του Πάσχα, Πρωτομαγιά (επίσημες αργίες του Κράτους).
Τις λοιπές ημέρες αργίας (Δευτέρα του Πάσχα, Αγίου Πνεύματος, Δεκαπενταύγουστο και 28η Οκτωβρίου) λειτουργεί σύμφωνα με το κανονικό ωράριο.
Την Τρίτη 18 Απριλίου 2017, Διεθνή Ημέρα Μνημείων, το Μουσείο λειτουργεί κανονικά και με ελεύθερη είσοδο.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΩΡΑΡΙΟ
Το Μουσείο λειτουργεί τη Μεγάλη Παρασκευή 12:00-17:00 και το Μεγάλο Σάββατο 08:00-15:00.


Εισιτήρια
Εισιτήριο κανονικό:    8 ευρώ
Εισιτήριο μειωμένο:    4 ευρώ

1η Νοεμβρίου - 31η Μαρτίου
Εισιτήριο για όλους: 4 ευρώ

 Ενιαίο εισιτήριο
Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Λευκός Πύργος, Ρωμαϊκή Αγορά (αρχαιολογικός χώρος και μουσείο), Γαλεριανό συγκρότημα - Αψιδωτή αίθουσα.

Κύριο εισιτήριο: 15 ευρώ
Μειωμένο εισιτήριο: 8 ευρώ
Διάρκεια:  3 ημέρες

Πωλητήριο
Το Μουσείο διαθέτει πωλητήριο του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων, όπου ο επισκέπτης μπορεί να αγοράσει εκδόσεις που σχετίζονται με πολιτιστικά, αρχαιολογικά, ιστορικά θέματα, βιβλία τέχνης, παιδικά βιβλία, αντίγραφα αρχαιολογικών αντικειμένων από την αρχαιότητα έως τη μεταβυζαντινή περίοδο, σύγχρονες κατασκευές εμπνευσμένες από τα εκθέματα του Μουσείου, είδη ένδυσης, κοσμήματα, πρακτικά δώρα, παιχνίδια, αφίσες και κάρτες, κ. ά. Τα έσοδα από τα εισιτήρια και τα πωλητέα είδη τα διαχειρίζεται το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, εφόσον το Μουσείο είναι δημόσιο.

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Θεσσαλονίκη: Ανοίγει για το κοινό το αρχαίο ανάκτορο του Γαλερίου


Ένας από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, το ανάκτορο του Γαλερίου, στην οδό Δημητρίου Γούναρη και τη σύγχρονη πλατεία Ναυαρίνου, ανοίγει σήμερα τις πύλες του για το κοινό.

Μετά την αποπεράτωση της πρόσληψης έκτακτου φυλακτικού προσωπικού, ο αρχαιολογικός χώρος θα λειτουργεί καθημερινά, εκτός Δευτέρας, από τις 9:00 έως τις 16:00. Κατά τις πρώτες ημέρες θα πραγματοποιηθούν στον χώρο εργασίες καθαριότητας και τακτοποίησης. Επίσης, ο Πύργος της Αλώσεως (Πύργος του Τριγωνίου) λειτουργεί ήδη καθημερινά, εκτός Δευτέρας, και ώρες 9:00-15:00.



Το ανάκτορα του Γαλέριου είναι ένα επιβλητικό κτηριακό συγκρότημα που αποτελεί τμήμα του Γαλεριανού συγκροτήματος και βρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Χτίστηκε ως συγκρότημα ανακτόρων του Ρωμαίου αυτοκράτορα Γαλέριου κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής «Τετραρχίας» (297-307 μ.Χ.) και περιελάμβανε το Ανάκτορο, το Οκτάγωνο, τον Ιππόδρομο, την Αψίδα του Γαλέριου, την αψιδωτή αίθουσα και τη Ροτόντα. Πιθανώς, τα ανάκτορα καταστράφηκαν από σεισμό τον 8ο αιώνα.

Το 1917, ο Γάλλος αρχιτέκτονας Ε. Hébrard ξεκίνησε την αρχαιολογική έρευνα για τον εντοπισμό του συγκροτήματος των ανακτόρων. Νέα ανασκαφική έρευνα πραγματοποιήθηκε το 1935 από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο του Βερολίνου και εντοπίστηκε ο Ιππόδρομος. Το 1939, ο Δανός αρχιτέκτονας Ε. Dyggve ανέσκαψε τον άξονα από τη Ροτόντα μέχρι τον ναό της Νέας Παναγίας και αποκάλυψε τμήματα των ανακτόρων. Στη θέση του Οκταγώνου υπήρχαν Οθωμανικά κτίσματα ώσπου, το 1950, ο Έφορος Αρχαιοτήτων Χ. Μακαρόνας με ανασκαφές το αποκάλυψε. Τα ερείπια των βορείων αιθουσών αποκαλύφθηκαν το 1960 και οι συστηματικές ανασκαφές και έρευνες ξεκίνησαν το 1962.



Στη νότια πλευρά του συγκροτήματος βρισκόταν η είσοδος που οδηγούσε στην «Εκκλησιαστική σκάλα», το αρχαιότερο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Μια σειρά από κτίσματα βρίσκονται γύρω από το «αίθριο», όπως σε όλα τα ρωμαϊκά ανάκτορα της ίδιας εποχής. Το αίθριο περικλείεται από έντεκα χώρους διατεταγμένους σε σχήμα Π. Έχουν αποκαλυφθεί μια διώροφη στοά και ένα νυμφαίο, τα οποία αποτελούσαν μέρη ενός λουτρού, καθώς και η Βασιλική, η οποία ήταν αίθουσα υποδοχής και ακροάσεων στο ανατολικό τμήμα του συγκροτήματος, και το Οκτάγωνο στο νοτιοδυτικό τμήμα. Ο Ιππόδρομος ήταν κτισμένος σε άμεση επαφή με το ανατολικό τείχος της πόλης και τη Βασιλική.



Το Οκτάγωνο είναι το καλύτερα σωζόμενο κτήριο του συγκροτήματος. Είναι χτισμένο έτσι ώστε να βλέπει προς τη θάλασσα. Αρχικά προοριζόταν για αίθουσα θρόνου ή αυτοκρατορικό Μαυσωλείο. Εσωτερικά, η διάμετρός του (από κόγχη σε κόγχη) είναι 30μ. Ολόκληρη η επιφάνεια του δαπέδου του ήταν στρωμένη με μαρμάρινες πλάκες. Μέρος αυτής της πλακόστρωσης έχει διασωθεί. Το 1957, βρέθηκε ένα μαρμάρινο τόξο με πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο έξω από το Οκτάγωνο, στο οποίο παριστάνονται ο Γαλέριος, η πόλη της Θεσσαλονίκης προσωποποιημένη να φοράει στέμμα με απεικονισμένη τη μορφή των κάστρων της, ο Διόνυσος, ο Πάνας, καθώς και μια χορεύτρια. Το εύρημα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Αργότερα, το Οκτάγωνο μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό. Μια αψιδωτή αίθουσα έχει αποκαλυφθεί βόρεια των Ανακτόρων, στη διασταύρωση των οδών Αλεξάνδρου Σβώλου και Δημητρίου Γούναρη. Πολλά ψηφιδωτά δάπεδα, διακοσμημένα με περίτεχνα σχήματα, και σημαντικές τοιχογραφίες που κάλυπταν τα επιχρίσματα των τούβλινων τοίχων βρέθηκαν στον χώρο των ανακτόρων.

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης



Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1912 και το κτίριο που στεγάζεται σήμερα εγκαινιάστηκε στις 27 Οκτωβρίου 1962 όταν η πόλη γιόρταζε τα 50 χρόνια από την απελευθέρωσή της. Δημιουργήθηκε από τον αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό. Τα εκθέματα, τα οποία φιλοξενεί, προέρχονται από τις ανασκαφές, που έχουν πραγματοποιηθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας. Τον Ιούνιο του 1980 εγκαινιάστηκε μια νέα πτέρυγα για να φιλοξενήσει τα ευρήματα από τις ανασκαφές της δεκαετίας του 1970 στους Βασιλικούς Τάφους της Βεργίνας με την έκθεση οι «Θησαυροί της Βεργίνας».Το 1982 οργανώθηκε μια νέα έκθεση, των ταφικών ανασκαφικών συνόλων από τη Σίνδο. Το 1996 έγινε η πρώτη εκτεταμένη έκθεση για την προϊστορική Μακεδονία στον ημιυπόγειο χώρο κάτω από την έκθεση της Βεργίνας, στο καινούργιο κτήριο του Βογιατζή του 1980. Τον Ιούνιο του 1998, μετά από τη μεταφορά  των ευρημάτων των Αιγών από το Μουσείο στη Βεργίνα, οργανώθηκε στο Μουσείο έκθεση με θέμα ο «Χρυσός των Μακεδόνων» προκειμένου να καλυφτεί το «κενό» που άφησε στη συνείδηση του κοινού η έλλειψη των εντυπωσιακών βασιλικών κτερισμάτων. Μέσα σε τέσσερις θεματικές ενότητες καλύπτονται οι δραστηριότητες που συνδέονται με το χρυσό και δίνεται η εικόνα του πολιτισμού των Μακεδόνων από τον 6ο αι. μέχρι την υποταγή της Μακεδονίας στους Ρωμαίους το 168 μ.Χ. Μετά από μία τετραετή περίοδο εργασιών απαραίτητων για την αναδιοργάνωση των χώρων έκθεσης, αποθήκευσης, συντήρησης και διοίκησης, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης άνοιξε ξανά τις πύλες του στο κοινό, τον Σεπτέμβριο του 2006.



Στο Μουσείο στεγάζονται ευρήματα από την ανασκαφική έρευνα σε οικόπεδα της πόλης και σε αρχαιολογικούς χώρους και ειδικότερα από τη δραστηριότητα της ΙΣΤ' εφορίας αρχαιοτήτων, που καλύπτει τους νομούς Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Πιερίας, Χαλκιδικής. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα φιλοξένησε τα ευρήματα των ανασκαφών του Μανώλη Ανδρόνικου από τη Βεργίνα. Στις εσωτερικές αίθουσες στεγάζονται τα ευρήματα από το νεκροταφείο της Σίνδου.
Στις εξωτερικές αίθουσες εκτίθενται αντικείμενα της Νεολιθικής, Κλασικής, Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής, ενώ στον κάτω όροφο παρουσιάζεται η προϊστορική συλλογή παρουσιάζοντας στον επισκέπτη μια διαχρονική εικόνα της πολιτισμικής εξέλιξης όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και ευρύτερα σε ολόκληρη την περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας. Στη στοά μπροστά από την είσοδο του Μουσείου βρίσκονται δύο μαρμάρινες σαρκοφάγοι από την Θεσσαλονίκη με κάλυμμα
στο οποίο απεικονίζεται ο νεκρός να αναπαύεται. Στις πλευρές των σαρκοφάγων εικονίζονται θέματα όπως ο Ορφέας με την άρπα του, οι Αμαζόνες σε μάχη, το κυνήγι του κάπτου της Καλυδώνας κ.α. Πρόκειται για έργα αττικών εργαστηρίων του 2ου-3ου αι.μΧ.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού το 2001.Το 2002 με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα (το 164/2002) το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης έγινε ανεξάρτητη περιφερειακή μονάδα του Υπουργείου.



Μόνιμες Εκθέσεις

Επτά ενότητες συνθέτουν την εκθεσιακή πρόταση του Μουσείου, μέσω της οποίας ο επισκέπτης έρχεται σε επαφή με τον κόσμο της αρχαίας Μακεδονίας, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους της:

1. Προϊστορική Μακεδονία

2. Προς τη γένεση των πόλεων

3. Η Μακεδονία από τον 7ο αι. π.Χ. έως την ύστερη αρχαιότητα

4. Θεσσαλονίκη, Μακεδονίας μητρόπολις

5. Ο χρυσός των Μακεδόνων

6. Αγρός-Οικία-Κήπος-Τόπος

7. Μακεδονία: από τις ψηφίδες στα pixels

Αξιοσημείωτα εκθέματα

1. Το Αγαλμα του Αρποκράτη (τέλη 2ου αιώνα π.Χ.)

2. Το κεφάλι του Σεράπιδος (2ος αιώνας π.Χ.)

3. Ο Κρατήρας του Δερβενίου (330 π.Χ.)

4. Χάλκινο κράνος και χρυσή μάσκα από το νεκροταφείο της Σίνδου (τέλη του 6ου αιώνα)

5. Μαρμάρινη θύρα από τον Μακεδονικό Τάφο της Αγίας Παρασκευής

6. Αντίγραφο της "Ανακαλυπτόμενης" Αφροδίτης (421/420 π.Χ.)

7. Χρυσά διαδήματα, χρυσά δισκάρια και χρυσά κεφάλια Μέδουσας (350 - 325 π.Χ.)

8. Η πόρτα της Ποτίδαιας

Ώρες Λειτουργίας:

Κυριακή      9:00π.μ.–4:00μ.μ.
Δευτέρα      9:00π.μ.–4:00μ.μ.
Τρίτη    9:00π.μ.–4:00μ.μ.
Τετάρτη    9:00π.μ.–4:00μ.μ.
Πέμπτη    9:00π.μ.–4:00μ.μ.
Παρασκευή 9:00π.μ.–4:00μ.μ.
Σάββατο    9:00π.μ.–4:00μ.μ.